Για το δικαίωμα στην κατοικία και την κοινοτική αυτοοργάνωση στις γειτονιές
Κείμενο στήριξης του αγώνα της Κοινότητας Κατειλημμένων Προσφυγικών
Η κατοικία είναι βασικό κοινωνικό αγαθό και υποδομή ζωής. Σε συνθήκες στεγαστικής κρίσης, εκτόξευσης των ενοικίων και εμπορευματοποίησης του αστικού χώρου, η υπεράσπισή της απαιτεί αυτοοργάνωση, συλλογικές μορφές διαχείρισης, αλληλεγγύη, συμπερίληψη, ανοιχτότητα και δημοκρατική διακυβέρνηση. Εδώ και 16 χρόνια, τα Προσφυγικά αποτελούν μια τέτοια ζωντανή εμπειρία κοινωνικής κατοικίας στην πράξη. Μια κοινότητα που αριθμεί πάνω από 400 κατοίκους, Έλληνες, πρόσφυγες και μετανάστες, ανάμεσά τους 50 παιδιά, ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, άνθρωποι με σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας, καρκινοπαθείς, υπερήλικες.
To CoHab, ως ομάδα έρευνας-δράσης για την προώθηση της συνεταιριστικής και συλλογικής κατοικίας, στηρίζει κάθε προσπάθεια στέγασης που βασίζεται στη δημοκρατική διακυβέρνηση, την αλληλεγγύη, την αυτοοργάνωση τη συλλογική ή κοινοτική μορφή ιδιοκτησίας και τη απο-εμπορευματοποίηση της κατοικίας.
Τα αιτήματα της Κοινότητας Κατειλημμένων Προσφυγικών για συλλογική ιδιοκτησία και αποκατάσταση των κτιρίων δεν προκύπτουν από το πουθενά. Αντίθετα, εδράζονται σε διεθνείς εμπειρίες που αποδεικνύουν ότι η θεσμική αναγνώριση συλλογικών αυτοοργανωμένων μορφών στέγασης είναι εφικτή, λειτουργική και κοινωνικά ωφέλιμη. Οι καταλήψεις δεν αποτελούν απλώς μια αυθόρμητη αντίδραση στην έλλειψη στέγης. Αναδύονται σε περιόδους κρίσης των κυρίαρχων μοντέλων αστικής πολιτικής και θέτουν υπό αμφισβήτηση τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η ιδιοκτησία, η ανακαίνιση και η διαχείριση του κτιριακού αποθέματος.
Η εμπειρία του autorecupero στην Ιταλία, η υπόθεση της Casa Orsola στη Βαρκελώνη και οι Instandbesetzungen1 στο Βερολίνο δείχνουν ότι πρακτικές που ξεκινούν από καταλήψεις, εγκαταλειμμένων -από τους ιδιοκτήτες και το κράτος- κτιρίων, μπορούν να μετασχηματιστούν σε θεσμικά κατοχυρωμένες μορφές κοινωνικής κατοικίας, με συμβάσεις παραχώρησης χρήσης, συλλογική διαχείριση και κοινωνικά κριτήρια πρόσβασης.
Instandbesetzungen, Βερολίνο
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, το μοντέλο «areal redevelopment» στο Δυτικό Βερολίνο βασίστηκε σε μαζικές κατεδαφίσεις παλαιού κτιριακού αποθέματος και ανοικοδόμηση με κρατική επιδότηση. Η πολιτική αυτή οδήγησε σε εκτοπισμούς χαμηλόμισθων κατοίκων και σε έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναδύθηκε το κίνημα των Instandbesetzungen, όπου ομάδες κατέλαβαν κενά και εγκαταλελειμμένα κτίρια, αναλαμβάνοντας οι ίδιες την επισκευή τους. Το 1981 ο αριθμός των κατειλημμένων κτιρίων έφτασε περίπου τα 165. Παρά τη σκληρή καταστολή και τις εκκενώσεις, περισσότερα από τα μισά κτίρια τελικά νομιμοποιήθηκαν με συμβάσεις μακροχρόνιας χρήσης ή ενοικίασης μέσα από τις οποίες οι ομάδες αναλάμβαναν εργασίες αποκατάστασης. Για τον σκοπό αυτό δημιουργήθηκε ένας θεσμικός μηχανισμός ρύθμισης των καταλήψεων σε αυτοοργανωμένες μορφές κατοίκησης2, στο πλαίσιο μιας πολιτικής αστικής ανάπλασης που έδινε έμφαση στην διατήρηση της ιστορικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς παράλληλα με την παροχή προσιτής στέγης μέσω της άμεσης συμμετοχής των κοινοτήτων.
Αutoreccupero, Ιταλία
Το autorecupero στην Ιταλία αποτελεί ένα μοντέλο κοινωνικής και συνεταιριστικής κατοικίας που βασίζεται στην αυτο-αποκατάσταση εγκαταλελειμμένων ή δημόσιων κτιρίων από ομάδες κατοίκων, συχνά με αφετηρία πρακτικές κατάληψης. Στη δεκαετία του 1980 και 1990, σε πόλεις όπως η Ρώμη και το Μιλάνο, άδεια δημόσια κτίρια (πρώην σχολεία, στρατόπεδα, κοινωνικές κατοικίες) καταλήφθηκαν από στεγαστικές συλλογικότητες. Με το πέρασμα του χρόνου, ορισμένες από αυτές τις πρωτοβουλίες διαπραγματεύτηκαν με τις δημόσιες αρχές τη θεσμική αναγνώριση της χρήσης τους, υπό τον όρο ότι θα αναλάμβαναν οι ίδιες την ανακαίνιση και αποκατάσταση των κτιρίων. Το αποτέλεσμα ήταν η συγκρότηση στεγαστικών συνεταιρισμών, οι οποίοι υπέγραψαν συμβάσεις παραχώρησης χρήσης με τον δήμο (ή άλλους δημόσιους φορείς-ιδιοκτήτες), αναλαμβάνοντας την τεχνική αποκατάσταση με ίδια εργασία των μελών ή χαμηλού κόστους εργολαβίες, τη συλλογική διαχείριση του κτιρίου και την εξασφάλιση κοινωνικών κριτηρίων πρόσβασης. Στην Περιφέρεια Λάτσιο, το μοντέλο θεσμοθετήθηκε με τον Περιφερειακό Νόμο 55/11-12-1998 “Autorecupero del patrimonio immobiliare”3, και παρά τις δυσκολίες λόγω της ασυνέπειας των δημόσιων φορέων στη Ρώμη έχουν επισκευαστεί με προσαρμοστική επανάχρηση 8 κτίρια που στεγάζουν πάνω από 100 νοικοκυριά.
Casa Orsola, Catalonia
Η περίπτωση της Casa Orsola στην Βαρκελώνη αποτελεί ένα σημαντικό παράδειγμα συλλογικής υπεράσπισης και πολιτικής ανυπακοής απέναντι σε διαδικασίες εκτοπισμού σε συνθήκες έντονης στεγαστικής πίεσης. Πρόκειται για μια πολυκατοικία στην περιοχή της Eixample, η οποία είχε αγοραστεί από ιδιωτική εταιρεία με στόχο τη μετατροπή των διαμερισμάτων σε βραχυχρόνιες μισθώσεις υψηλού κόστους επιλέγοντας να μην ανανεώσει τα μισθωτήρια στους ενοικιαστές που την κατοικούσαν μέχρι τότε. Οι ενοικιάστριες, με τη στήριξη του Συνδικάτου των Ενοικιαστών της Καταλονίας και ευρύτερων κοινωνικών δικτύων, οργανώθηκαν συλλογικά ενάντια στις εξώσεις, αναδεικνύοντας το ζήτημα όχι ως μεμονωμένη σύγκρουση ιδιοκτήτη-ενοικιαστή αλλά ως πρόβλημα κοινωνικής πολιτικής και προστασίας του δικαιώματος στην κατοικία.
Η έκβαση της υπόθεσης δεν περιορίστηκε στην αναστολή των εξώσεων. Μετά από έντονη κοινωνική και πολιτική πίεση, το κτίριο αγοράστηκε από τον Δήμο Βαρκελώνης σε συνεργασία με το ίδρυμα Hàbitat3, έναν μη κερδοσκοπικό φορέα κοινωνικής κατοικίας που ασχολείται με την παροχή κατοικίας σε ευάλωτα νοικοκυριά, με χρηματοδότηση από το Καταλανικό Ινστιτούτο Χρηματοδοτήσεων. Η παρέμβαση βασίστηκε στο θεσμικό εργαλείο του δικαιώματος προτίμησης και προαγοράς (tanteig i retracte), που επιτρέπει στη δημόσια διοίκηση να αποκτά ακίνητα σε περιοχές στεγαστικής έντασης όταν τίθενται προς πώληση. Η συγκεκριμένη ενεργοποίηση έδειξε ότι η αποτροπή εξώσεων μπορεί να συνδεθεί με τη διεύρυνση του κοινωνικού αποθέματος κατοικίας και με την ανάληψη δημόσιας ευθύνης για την προστασία του δικαιώματος στη στέγη. Παρότι οι ένοικοι δεν έγιναν οι ίδιοι συλλογικοί ιδιοκτήτες του κτιρίου, η περίπτωση της Casa Orsola λειτουργεί ως προηγούμενο, για το πως οργανωμένες κοινότητες μπορούν να διεκδικήσουν την παραμονή τους και την ενίσχυση της κοινωνικής λειτουργίας της κατοικίας, εκτός κερδοσκοπικών λογικών.
Σε αυτή τη συγκυρία, ο αγώνας των Προσφυγικών δεν αφορά μόνο ένα κτιριακό συγκρότημα. Αφορά το δικαίωμα των κοινοτήτων στη ζωή και στην πόλη, το δικαίωμα να παραμένουν, να αυτο-οργανώνονται και να διεκδικούν μορφές κατοικίας πέρα από τις λογικές της αγοράς.
Συλλογή Υπογραφών & Καμπάνια οικονομικής ενίσχυσης
Αντί επιλόγου: “Κοινωνική” κατοικία;
Η καταχρηστική αναφορά της «κοινωνικής κατοικίας» στο δημόσιο λόγο δε γίνεται για πρώτη φορά. Μέσα από πολιτικές όπως το πρόσφατο νομοσχέδιο για την λεγόμενη «κοινωνική αντιπαροχή», και υπό το πρόσχημα της αντιμετώπισης της στεγαστικής κρίσης, βλέπουμε προτάσεις που ανοίγουν το δρόμο για την παραχώρηση δημόσιας γης και κτιριακού αποθέματος σε μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα, μέσω συμπράξεων που μετατρέπουν τη στέγη σε νέο πεδίο επενδυτικής αξιοποίησης.
Αντί να ενισχύονται οι ήδη υπαρκτές, από τα κάτω προσπάθειες για συνεταιριστική και κοινοτική κατοικία, οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση μιας πραγματικά κοινωνικής στεγαστικής πολιτικής, το θεσμικό πλαίσιο φαίνεται να τις παρακάμπτει. Η «κοινωνική κατοικία» κινδυνεύει να λειτουργήσει ως επίφαση που νομιμοποιεί περαιτέρω ιδιωτικοποίηση της δημόσιας γης και εμπορευματοποίηση της κατοικίας. Δεν πρέπει να το αφήσουμε να περάσει!
Πληροφορίες για το πρόγραμμα δράσεων στα προσφυγικά: στο instagram & την ιστοσελίδα της Κοινότητας
- rehab squatting: καταλήψεις με στόχο την επισκευή/αποκατάσταση ↩︎
- Stattbau: Sanierungsträger / ενδιάμεσος φορέας υλοποίησης και διαπραγμάτευσης ↩︎
- Αυτο-αποκατάσταση του κτιριακού αποθέματος ↩︎
